8 Φεβρουαρίου 2013

Τρία παρά κάτι


Η ταχύτητα που μεγαλώνει η κόρη μας είναι ραγδαία! Δεν την προλαβαίνω, το ομολογώ!

Κάθε μέρα και μια νέα λέξη, μια νέα έκφραση που με αφήνουν άναυδη...πρώτον που την άκουσε και δεύτερον πόσο καλά τις επαναλαμβάνει!

Πριν λίγες μέρες μου είπε "Μαμά είθαι η καλύτερη μαμά του κό(σ)μου" και σήμερα που την μάλωσα μου είπε πολύ σοβαρά και χωρίς καθόλου κλαψούρισμα "Άδικο, μαμά"....

Στο πρώτο δάκρυσα...στο δεύτερο σάστισα και μετά χαμογέλασα! Ειδικά για το δεύτερο την ρώτησα που το άκουσε...και μου απάντησε με πολύ φυσικό τρόπο "Θτον Μόγλη μαμά!"

Εξελίσσεται σε πολύ τρυφερό παιδί και ομολογώ πως το φοβάμαι λίγο αυτό, γιατί δεν ξέρω τι ανθρώπους θα συναντήσει στην ζωή της και κατά πόσο θα μπορέσει να δείχνει την τρυφερότητά της επιλεκτικά και να μην πέσει "θύμα" κάποιων μη τρυφερών ανθρώπων!

Ξέρω, ξέρω....δεν μπορώ να προβλέψω τίποτα, αλλά δεν θα ήθελα να γίνει σκληρή με τους ανθρώπους...αρκετή σκληράδα έχει γνωρίσει αυτός ο κόσμος!

Στις 28 Απριλίου γινόμαστε 3, και εγώ ακόμα νομίζω πως είναι χθες που την φέραμε σπίτι μας λεχούδι!

Με βοηθάει πια στα ψώνια στο σούπερ, ενώ λατρεύει να μαγειρεύουμε μαζί είτε ψεύτικα είτε αληθινά!

Αυτό που με εντυπωσιάζει όμως - εδώ και καιρό - είναι πως μπορείς πια να της εξηγήσεις τα πάντα σαν να είναι μεγάλος άνθρωπος και εκνευρίζεται αν την αντιμετωπίσεις σαν μωρό!

Άλλωστε το λέει "Είμαι μεγάλη πια μαμά" !

Εγώ πάλι εύχομαι να μην μεγαλώσει απότομα...

σας φιλώ γλυκά στην μούρη

μαμά Σοφία



12 Ιανουαρίου 2013

Για τις γάτες, ε;


Προχθές πήγα να αγοράσω ξηρά τροφή για τα ζώα της αυλής μας.

Έχουμε γάτες, σκύλους, χελώνα, καναρίνια. Όλοι οι "ζωόφιλοι" της περιοχής έρχονται αθόρυβα και παρατάνε διάφορα ζωάκια έξω από την πόρτα μας γιατί ξέρουν πως θα τα περιθάλψουμε και όχι μόνο. Μέχρι και τα ζώα το ξέρουν πια, αφού μια γατομάνα ήρθε και μας άφησε έξω από την πόρτα του σπιτιού μας ένα γατάκι που μόλις είχε γεννήσει και δεν μπορούσε να πάρει καλές αναπνοές.

Πηγαίνω σε ένα συγκεκριμένο κατάστημα λοιπόν, για να επανέλθω εντός θέματος, που έχει ξηρές τροφές και ΔΕΝ πουλάει ζώα. Την ώρα που πήγα ο ιδιοκτήτης του καταστήματος είχε ένα επισκέπτη που του έκανε παρέα, ηλικίας 60+.

Όπως είμαι μπροστά στο ταμείο να πληρώσω, μπαίνει ένας πελάτης και ρωτάει τον μαγαζάτορα αν έχει προς πώληση αμπούλες για αεροβόλα.

Πετάγεται ο επισκέπτης του ιδιοκτήτη εκείνη την στιγμή και ρωτάει χαζογελώντας τον νεοαφιχθέντα πελάτη "χαχαχα για τις γάτες ε;"

Ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε... τι έσυρε το στόμα μου ούτε που θυμάμαι!

Θα πω μόνο πως όταν αγαπάς τα ζώα, αγαπάς ΟΛΑ τα ζώα! Δεν ξεχωρίζεις γάτες, σκύλους, καναρίνια, κότες, πρόβατα, γίδια, γαϊδούρια κ.τ.λ. Δεν μπορείς να αγαπάς τα ζώα που μπαίνουν σε κλουβί μόνο επειδή δεν σε λερώνουν ή δεν σε "ενοχλούν" για λίγη αγάπη!

ΟΚ δεν θα αγαπήσω ποτέ τα φίδια και αν δω κάποιο το πιθανότερο είναι να το κυνηγήσω.... αλλά όταν μπήκε μια νυχτερίδα στο σπίτι μας το καλοκαίρι, φροντίσαμε να την βγάλουμε σώα από μέσα και δεν την κυνηγούσαμε με τα ρόπαλα!!!!

Συγχίστηκα πάλι!!!

σας φιλώ - τσατισμένα μεν - αλλά γλυκά στην μούρη

μαμά Σοφία

25 Δεκεμβρίου 2012

Υπάρχουν κι αυτά τα Χριστούγεννα.

της μαμάς Γιούλης

Πρέπει να'χουν περάσει καμιά 15αριά χρόνια.. και κάθε Χριστούγεννα κάνω την ίδια σκέψη..

Σαν παιδί ποτέ δεν περίμενα τον Άγιο Βασίλη..ποτέ δεν έπαιρνα δώρο γιατί πολύ απλά οι
γονείς μου δεν είχαν την δυνατότητα να μας παίρνουν δώρο μιας κι είμαστε τρία αδέρφια κι η οικονομική μας κατάσταση δεν τους το επέτρεπε.

Κάθε χρόνο όμως έπρεπε να σκαρφιστώ ένα φανταστικό δώρο γιατί με την επιστροφή στο σχολείο θα άκουγα την "ενοχλητική" προς εμέ τουλάχιστον ερώτηση: 

-Παιδιά τι σας έφερε ο Άγιος Βασίλης; 
Γράψτε μία έκθεση για τα Χριστούγεννα και τα δώρα που λάβατε!!! 

Φαντάζομαι πως δεν ήμουν το μόνο παιδάκι που ερχόταν σε δύσκολη θέση..

Είμαι η Γιούλη, μαμά της Μαρκέλλας και Δόξα τω Θεό έχω την δυνατότητα (προς το παρόν) να παίρνω δώρο στο παιδί μου τα Χριστούγεννα. 

Δεν μπορώ όμως να σκέφτομαι πως ειδικά στις μέρες μας πολλά  παιδάκια έμαθαν βίαια πως δεν υπάρχει Αγος Βασίλης και τους λείπουν πολλά πράγματα μεταξύ των οποίων και το Χριστουγεννιάτικο δώρο
.Εύχομαι τουλάχιστον αυτές οι ανόητες ερωτήσεις νά'χουν σταματήσει στα σχολεία.

Γιατί υπάρχουν κι αυτά τα Χριστούγεννα. 
Δυστυχώς.

4 Οκτωβρίου 2012

Διακοπές σε τροχόσπιτο!





Τι κι αν μπήκε το φθινόπωρο; Τι κι αν σε λίγο θα καίμε τζάκι; Το μυαλό δεν φεύγει από το καλοκαίρι, αφού εγώ προσωπικά από εκεί αντλώ δυνάμεις για να περάσει ο χειμώνας όσο πιο "ανώδυνα" γίνεται!!!

Θυμάμαι τα παλιά, τότε που παιδιά πηγαίναμε διακοπές με την μαμά και τον μπαμπά!

Σαν οικογένεια, είχαμε οργώσει κάθε παραλία της Χαλκιδικής ως ελεύθεροι κατασκηνωτές και οι δικοί μου πέρασαν στο επόμενο βήμα κάπου εκεί όταν ήμουν 17.


Αγόρασαν τροχόσπιτο! Τι καμάρι είχαν, δεν περιγράφετε με λέξεις!


Εμείς (τα παιδιά) το βλέπαμε σαν κουκλόσπιτο (αφού όλα ήταν σε μικρογραφία – αν εξαιρέσεις τα κρεβάτια ) , αλλά δεν βαριέσαι…χαχα


Είχε τα πάντα και μονίμως ήταν έτοιμο για εξορμήσεις, αφού εκτός από ρούχα και τρόφιμα ποτέ δεν ξεφορτώναμε τα τσιμπράγκαλα των διακοπών!


Καναπέδες που γίνονται κρεβάτια, ψυγείο, νεροχύτη με βρύση παρακαλώ, κουζίνα με γκάζι, ντουλάπα, τουαλέτα και εξτρά αποθηκευτικούς χώρους για ότι χρειαζόμασταν. Είχε μέχρι και σόμπα!


Δεν θα ξεχάσω τα ντουλάπια για τα πιάτα και τα ποτήρια που η μαμά μου είχε βάλει μέχρι και κουρτινάκια για να τα ομορφύνει! Μερακλού η κυρά Φανή απ’ τα νιάτα της!


Όπως επίσης δεν θα ξεχάσω τι διάβασμα έχω ρίξει εκεί μέσα τα καλοκαίρια!


Στις αρχές “μας φόρτωναν” και πηγαίναμε τουρ στην Ελλάδα, αλλά φεύγοντας μία-μία από το σπίτι (3 αδερφές είμαστε) το πήγαιναν σε οργανωμένα camping στην Χαλκιδική ή στην Κατερίνη, το άφηναν όλο τον χρόνο εκεί, κι έτσι είχαμε κι εμείς ένα παραθαλάσσιο εξοχικό


Έπαιρνε μπροστά και μια τέντα-σκηνή, και είχαμε και ράντσα για τους επισκέπτες!



Το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όσους δεν μπορούν το camping σε σκηνή και σε όσους το “σηκώνει” η τσέπη τους φυσικά. Επίσης είναι πολύ βολικό και τον χειμώνα!


Το design τώρα έχει βελτιωθεί πολύ από το 1991 που μπήκα εγώ πρώτη φορά σε τροχόσπιτο και τα περισσότερα μόνο τα παιδιά δεν πάνε σχολείο.


Η δική μου οικογένεια, στοχεύει σε τροχοκινούμενο – αφού είμαστε ακόμη “ταξιδιάρικες ψυχές”!


Σας φιλώ γλυκά στην μούρη


μαμά Σοφία

2 Οκτωβρίου 2012

Αγαπημένα Λουλούδια




Τα αγαπώ τα λουλούδια και τα φυτά πολύ! Να τα φροντίζω να τα μυρίζω, να μου στολίζουν το σπίτι, το γραφείο, το μπαλκόνι, την αυλή. Μου ανεβάζει την διάθεση ένας βασιλικός που μοσχομυρίζει ή ένα μπουκέτο μυρωδάτα τριαντάφυλλα!


Αυτά όμως που λατρεύω να χαζεύω είναι :


Οι ηλίανθοι

Οι παπαρούνες, και

Οι μαργαρίτες



Μπορώ να οδηγώ και μόλις δω κανένα χωράφι με ηλίανθους, παπαρούνες ή μαργαρίτες, είμαι ικανή να βγάλω alarm και να κάνω ένα τσιγάρο στην άκρη του δρόμου χαζεύοντας το τοπίο!


Άλλωστε αυτές δεν είναι μερικές από τις απλές ομορφιές της ζωής;


Αλήθεια, εσάς ποιο είναι το αγαπημένο σας λουλούδι;


σας φιλώ γλυκά στην μούρη


μαμά Σοφία

17 Αυγούστου 2012

Μεγαλώνει το κορίτσι μου


Έχω πολύ καιρό να γράψω για την εξέλιξη του δικού μας ανθρωπάκου που μεγαλώνει με ταχύτητα φωτός πια!

Το έχω ξαναπεί και το θα το λέω συνέχεια : από τότε που έγινα μαμά, καταλαβαίνω ακόμη και το κλάσμα δευτερολέπτου που περνάει. Ο χρόνος έγινε αισθητός και καθημερινή μου ευχή είναι να είμαστε γεροί να δούμε το κοριτσάκι μας να μεγαλώνει και να δημιουργεί τον δικό της "μικρόκοσμο".

Μιλάει πια κανονικά, σχηματίζει προτάσεις, τραγουδάει, αντιμιλάει (ω ναι!), συζητάει, μιλάει στο κινητό και περπατάει πέρα δώθε, σχολιάζει, παρακαλεί, ευχαριστεί, απαιτεί, ζηλεύει....και γενικά είναι ένας κανονικός άνθρωπος με τα καλά της και τα στραβά της.

Έχει εντρυφήσει πως την μαμά την κάνω ότι θέλω (όσο περισσότερο μπορεί τουλάχιστον) και πως ο μπαμπάς με αγαπάει πολύ κι αυτός αλλά δεν σηκώνει και πολύ εκμετάλλευση.

Βασικό της όπλο για να κάνει την μαμά ότι θέλει, είναι τα "μαμάκα μου", "μαμά μου έλαααααα", "σ'απαπώ μαμά", το κροκοδείλιο δάκρυ που το έχει έτοιμο, σαν την Βουγιουκλάκη ένα πράγμα, οι αγκαλιές, τα χάδια, τα φιλιά και πολλά συναφή.

Βέβαια ξέρει πότε υπερβαίνει  τα όρια, και επειδή είναι μεγάλο μαμούνι γυρίζει την κάθε κατάσταση προς όφελός της πολύ γρήγορα με ζουζουνιές.

Ως μαμά καρα-κουκουβάγια σας λέω πως έχω ένα πανέμορφο και πανέξυπνο παιδί!

Ως κανονική μαμά σας λέω πως βλέπω το σποράκι που ήταν στην κοιλιά μου 28 μήνες πριν να μεταλλάσσεται σε κανονικότατο άνθρωπο και ελπίζω και εύχομαι η ζωή να της κάνει την χάρη και να είναι όσο πιο ευτυχισμένη γίνεται!

σας φιλώ γλυκά στην μούρη

μαμά Σοφία




19 Ιουλίου 2012

«Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα» Αγγελική Μπολουδάκη, Εκδόσεις Αραξοβόλι


Οι γονείς χαρίζουν στα παιδιά τους την ελευθερία που χρειάζονται εκείνα, για να κάνουν τα όνειρα τους να ταξιδέψουν χωρίς την απαίτηση για την νίκη, χωρίς την προσδοκία για την τελειότητα, αλλά και χωρίς την ηττοπάθεια που καταδικάζει κάθε εκκίνησή του. 

Οι γονείς μέσα από την αγάπη τους για το παιδί τους και τις επιθυμίες του κάνουν τον κόσμο για ένα παιδί προσφιλή και αγαπημένο.

Η ζωγράφος

«Όταν ήμουν μικρή, περίμενα από τη μητέρα μου να μου απλώσει τον κόσμο στα μάτια της, για να μπορέσω να τον αντικρίσω. Τα χρώματα έλειπαν από τη ζωή της και η δική μου ματιά αγνάντευε τη φύση ελπίζοντας σε μια αντάμωση μαζί της. 

Ποθούσα τόσο πολύ τη ζωή, που κάθε λεπτομέρεια του τοπίου αποτυπωνόταν στην ψυχή μου, προκειμένου να δεσμευτώ μαζί του, για να μου χαριστεί η ζωή. Ο θάνατος είχε επισκεφτεί ένα αγαπημένο μου πρόσωπο και μου ήταν παρά πολύ εύκολο να αποδεχτώ και εγώ τη δική του πρόσκληση. 
Η φύση σταμάτησε τα μαυροφορεμένα μου σχέδια. Η απέραντη ομορφιά που έβλεπα σε αυτήν, η αγάπη που αντανακλούσε καθετί που φώλιαζε σε εκείνη, η σοφία που εξέπεμπε με έκανε να τη λαχταρώ τόσο πολύ, ώστε έγινα ένα μαζί της. Τον δεσμό που δεν μπόρεσε να μου παραδώσει η μητέρα μου μού τον πρόσφερε η μάνα - φύση. 
Την αγάπησα τόσο πολύ, ενώθηκα μαζί της, έγειρα πάνω της και έγινα ένα με τα χρώματά της. Πόσο εύκολο ήταν στη συνέχεια να την αναπαραστήσω! Αφού μου προσφέρθηκε, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Μοναχά να της επιστρέψω το δώρο που μου έδωσε. 
Την αγάπησα, όπως με αγάπησε κι εκείνη. Κάθε φορά που ζωγραφίζω νιώθω να πάλλομαι από ζωή, γιατί δημιουργώ με την καρδιά μου γεμάτη από αγάπη. 
Όταν ήμουν παιδί, ένιωθα τη ζεστασιά του ήλιου να με περιτυλίγει τρυφερά, τις ηλιαχτίδες του να χουζουρεύουν στην καρδιά μου. Το θρόισμα των φύλλων αφύπνιζε την επιθυμία μου για ζωή. Ο αέρας χάιδευε το πρόσωπό μου. Οι σταγόνες της βροχής με ξεδίψαγαν. Το νοτισμένο χώμα με μεθούσε με τη μυρωδιά που ανέδιδε. 
Οι καρποί της φύσης με έκαναν να νιώθω περήφανη για τη θηλυκότητά μου. Η θάλασσα και η ζωή που κλεινόταν μέσα της, γεμάτη μυστήριο και προσμονή, με έκαναν να σκύψω στον ερωτισμό μου και να του παραδοθώ. 
Πώς να μην τα λατρέψω όλα αυτά που μου χάρισαν απλόχερα τη ζωή; Πώς να μην της εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου, αφού με έκανε να δραπετεύσω από έναν αργό θάνατο; Ο δάσκαλός μου μού λέει πως τα έργα μου είναι αριστουργήματα. 
Μένει να το πιστέψω κι εγώ και να τα εκθέσω, να τα αποκαλύψω. 
Όμως φοβάμαι, τρέμω στην ιδέα της έκθεσης. Αν με αποκαλύψω και φανερώσω την ασημαντότητά μου; 
Για να μη με προσέξει η μητέρα μου, μια μικρή κουκίδα είμαι, πώς να γεμίσω έναν πίνακα; Αν τα παρουσιάσω, μήπως προδώσω τη θετή μου μάνα, τη φύση, που μου χάρισε το ταλέντο μου; Μήπως αισθανθεί αδικημένη και μου στερήσει αυτό, από το οποίο κρέμομαι, για να ζήσω; 
Μια κλωστή είναι η ζωή μου, που το μόνο που με ενώνει μαζί της είναι η αγάπη μου για εκείνη. Μήπως, όμως, ο δεσμός μας είναι μυστικός και δεν πρέπει να τον αποκαλύψω; 
Οι λεπτομέρειες απροκάλυπτα θα φανερώσουν την ανεξήγητή μας ένωση. 
Μήπως διαρραγεί; Αν τη χάσω, θα χαθώ και εγώ οριστικά. 
Η μητέρα μου με δίδασκε να είμαι ταπεινή. Τα μαθήματα ζωής που μου έδινε, παρόλο που δεν περνούσαν από την καρδιά μου, εγκαταστάθηκαν στη σκέψη μου. 
Μήπως τελικά πρέπει να παραμείνω μικρή και ασήμαντη; 
Μήπως, αν της κάνω το χατίρι, μου παραδοθεί ολοκληρωτικά. Και εγώ τότε θα πάψω να είμαι ένα ξέφτι,  μια κλωστή που αιωρείται ψάχνοντας για το υφάδι, πάνω στο οποίο θα κεντηθούν οι παραστάσεις μου. 
Αν εγώ θελήσω να παραβώ το νόμο της μετριότητας, τον οποίο με έταξε η μητέρα μου να υπηρετώ, τότε ποια θα είναι η τιμωρία; Να την χάσω ολότελα; 
Ενώ εγώ ζω με μια και μόνη προσδοκία. Να μου παραδοθεί, για να λαχταρήσω και εγώ τη ζωή. Όχι μόνο μέσα από τους πίνακές μου. Αλλά μέσα από εκείνη. 
Γιατί η λαχτάρα μου, ο πόθος μου για τη ζωή, περνά μέσα από τη ζωγραφική μου. 
Αν ο συνδετικός μου κρίκος ήταν η μητέρα μου, τότε θα ένιωθα ενωμένη μαζί της, με τον εαυτό μου στη συνέχεια και ένας ισχυρός εαυτός με ένα δυναμικό χέρι θα παρέδιδε τη ζωή σε όλα τα έργα και δεν θα φοβόταν την αποκάλυψη, την έκθεση, το θρίαμβο. 
Ενώ τώρα η αγάπη μου για τη ζωή περνάει μέσα από τα έργα μου, για αυτό και η εικόνα μου είναι τόσο εύθραυστη. 
Για αυτό εξαρτώμαι τόσο πολύ από την επιβεβαίωση των άλλων. 
Αισθάνομαι πως η παραμικρή κριτική θα με συνθλίψει, θα αφανίσει το εγώ μου. 
Αλλά αυτό που πιότερο με τυραννάει είναι η δική της κριτική, όταν εγώ τολμήσω να της φανερώσω τον εαυτό μου. 
Κι αυτό που με αφανίζει είναι η επιβεβαίωση στα μάτια των άλλων, η μεγαλοσύνη που θα αντικρίσω, όταν εγώ έχω βαυκαλιστεί με τη μετριότητα. 
Πώς θα αντικρίσω κάτι ορατό, όταν εγώ είμαι αόρατη; Φοβάμαι και τρέμω στην ιδέα πως, όταν ξεδιπλωθεί το ταλέντο μου και επιβεβαιωθεί στα μάτια των άλλων, θα χάσω μια εικόνα που, όσο ανασφαλής κι αν μου ήταν, ένιωθα μια οικειότητα μαζί της. 
Παρατηρείς πως φοβάμαι ότι η έκθεση θα με κάνει να χάσω τα πάντα, ενώ η κραυγή μέσα μου είναι μία: Θα μου υποσχεθείς, μαμά, πως θα είσαι μαζί μου εκείνη τη μέρα, για να μπορώ να κοιτάξω τους πίνακές μου και να μη χαθώ σε αυτούς; 
Θα με επιβεβαιώσεις, για να χαρώ με την επιβράβευση των άλλων και να μη θρηνεί η καρδιά μου από την αποδοκιμασία σου;»

22 Ιουνίου 2012

Η γιαγιά μου η Λεμονιά...



Η γιαγιά μου η Λεμονιά ήταν ένας "αγράμματος" άνθρωπος. Υπέγραφε με σταυρό να φανταστείτε αλλά ήταν ο πιο έξυπνος, ο πιο ειλικρινής και ο πιο καλός άνθρωπος που έχω γνωρίσει μέχρι τώρα! Ίσως να το βλέπω υποκειμενικά, αλλά για μένα ήταν η ιδανική ΓΙΑΓΙΑ με όλα τα γράμματα κεφαλαία! 

Έφυγε από την ζωή πριν 22 χρόνια στις 7 Ιανουαρίου, όταν εγώ ήμουν 17 κι εκείνη 64.

Θυμάμαι πως ήμουν 2α Λυκείου τότε και πήγα με μαύρα ρούχα στο σχολείο.

Θυμάμαι την φιλόλογο να με ειρωνεύεται :
"Γιατί φοράς μαύρα Σοφιανίδου, πέθανε κανείς;"
Νομίζω πως ήταν η πρώτη φορά που έκλαψα μπροστά σε "ξένους" από ένα συνοθύλλευμα συναισθημάτων...πόνο, θλίψη...η δημόσια ειρωνία που εισέπραξα!!
Βέβαια ακόμη "έχω μπροστά στα μάτια μου" την φάτσα της φιλολόγου όταν ανακάλυψε πως ΝΑΙ ΕΙΧΕ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ... κάποιος δικός μου άνθρωπος...η 2η μου μάνα!

Εκείνη η γλυκιά στρουμπουλή γυναίκα που είχε μείνει 40 κιλά από τον καρκίνο και εγώ ξαπλωμένη δίπλα της στο κρεββάτι μετά το σχολείο,  έβρεχα τα χείλη της με βρεγμένο βαμβάκι γιατί διψούσε και δεν μπορούσε να καταπιεί πια! Κι εκείνη μέσα στον πόνο της με συμβούλευε τι να κάνω και τι να μην κάνω με το πρώτο μου αγόρι τότε! Και αυτή η σπιρτάδα στο βλέμμα της...όσο χάλια κι αν ήταν! Αυτή η σπιρτάδα!

Θυμάμαι τρελλενόταν να βλέπει "Τόλμη και Γοητεία" και τα καλοκαίρια που ήμουν 3 μήνες μαζί της στο χωριό βλέπαμε μαζί και ενώ της διάβαζα φωναχτά τους υπότιτλους για να καταλαβαίνει τι λένε, 5 στις 10 φορές με προλάβαινε και μου έλεγε τι είχαν πει πριν ακόμη τους διαβάσω! Αφού την ρωτούσα "Γιαγιά μήπως μας κοροιδεύεις και ξέρεις να διαβάζεις τελικά;" Ακόμη θυμάμαι το γλυκό της χαμόγελο σε κάθε μου τέτοια ερώτηση!

Θυμάμαι να φτάνουμε με τον μπαμπά μου στο χωριό, καταλάβαινε τον ήχο του αυτοκινήτου και έβγαινε από την πόρτα του σπιτιού (πάντα φορώντας μια ποδιά στην μέση της) σκουπίζοντας τα χέρια της, με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και με τα χέρια ανοιχτά για πολλές αγκαλιές!

Θυμάμαι να πλέκει τσιγκελάκι και να φτιάχνει την "προίκα μας" πάντα με δύο ζευγάρια γυαλιά! Φορούσε εκείνα που έβλεπε μακριά και από πάνω έβαζε εκείνα για κοντά για να μπορεί να πλέκει και να μας προσέχει ταυτόχρονα!

Θυμάμαι να ζυμώνει ψωμί και να στέλνει τον παππού στον κήπο άγρια χαράματα να μας φέρει κολοκυθοανθούς να μας μαγειρέψει γιατί θα ερχόταν η μαμά μου στο χωριό και ήταν το αγαπημένο της φαγητό! "Σήκω Κώτσο να πας...θα κλείσουν τα λουλούδια και δεν θα γεμίζουν! και έρχεται η Φανούλα σήμερα!"

Εκτός από τα εγγόνια της αγαπούσε πολύ και τα 5 παιδιά της! Ο καημός της ο μεγάλος ήταν που η μεγάλη της η κόρη (η θεία μου η Καίτη) είχε φύγει παιδούλα στην Αυστραλία με τον άντρα της και δεν μπορούσε να χαρεί τα εγγόνια της! Πολλές φορές την έπιανα να κλαίει (χωρίς λόγο νόμιζα εγώ) και όταν την ρώταγα "Γιαγιά γιατί κλαίς; Μάλωσες με τον παππού;" μου χαμογέλαγε και που απαντούσε "Όταν γίνεις μάνα θα καταλάβεις!" Μεγαλώνοντας έκανα τους συνειρμούς! Κατάλαβα!

Δεν ξέρω γιατί σήμερα θέλησα να γράψω για την γιαγιά μου...ίσως να έχω ανάγκη από τέτοιους "αγράμματους" ανθρώπους στην ζωή μου...ΣΙΓΟΥΡΑ μου λείπει πολύ και στεναχωριέμαι που δεν γνώρισε την ΔΙΚΗ ΜΟΥ οικογένεια...που δεν έπαιξε με το ΔΙΚΟ ΜΟΥ παιδί!

Σ' αγαπώ πολύ γιαγιά!  

Ξέρω πως με προσέχεις και ξέρω πως έχετε μαζευτεί εκεί πάνω οι καλύτεροι!

Το Σοφάκι σου!

2 Ιουνίου 2012

Αγγελική Μπολουδάκη #3 : Η μητέρα και η κόρη


Μια γυναίκα ανακαλύπτει πως είναι γυναίκα, όταν μια μητέρα επιβεβαιώσει τη θηλυκή της υπόσταση. Αποκτά την ταυτότητα του φύλου της, όταν καθρεφτιστεί στα μάτια της μητέρας της και διαπιστώσει ότι η γυναικεία της φύση είναι καλοδεχούμενη.
Ένα κορίτσι δεν μπορεί να δεχτεί το φύλο του, αν κάποιος δεν πιστέψει σε αυτό. Μια γυναίκα που ήταν σε θεραπευτική διεργασία έλεγε χαρακτηριστικά. «Η μητέρα μου δεν αναφερόταν ποτέ στο γεγονός ότι ήμουν όμορφη. Το εισέπραττα από το περιβάλλον μου, αλλά το ένιωθα ως ενοχή, γιατί εκείνη δεν το αποδεχόταν».
Ένα κορίτσι όσο είναι βρέφος γοητεύεται από το βλέμμα της μητέρας του και στη ματιά της συναντά την θηλυκή της φύση! Αν η μητέρα την κοιτάξει με θαυμασμό, αν δει το πρόσωπο της να καθρεφτίζεται στα μάτια της μητέρας της και αντικρίσει την λαχτάρα της για εκείνη, τότε μεγαλώνοντας και ενώ πλέον έχει ενσωματώσει τα θηλυκά της στοιχεία, στρέφεται στον πατέρα της για να εσωτερικεύσει το δικό του θαυμασμό και την περηφάνια του για εκείνη. Τότε επιτρέπει στον εαυτό της να μεγαλώσει, να συνενώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς της και να σμιλευτεί σαν γυναίκα.

Μια μητέρα αγκαλιάζει την κόρη της και την κοιτά τρυφερά καλωσορίζοντας τον ερχομό της στην ζωή της. Ανοίγει διάπλατα την καρδιά της και της την προσφέρει για να χωρέσει η ζωή της κόρης της σε εκείνη και όσο την κοιτά ένα μελιστάλαχτο φως λάμπει στις εικόνες της που το διατηρεί, ακόμα και αν ακουμπήσει τα πιο βαθιά σκοτάδια. Την γλυκαίνει με το βλέμμα της και με τη μελωδική της φωνή απαλύνει τα ακούσματά της, για να μην τρομάζει όταν συναντά τους φόβους της, να μην τους προσπερνά, αλλά να κάνει ένα διάλογο μαζί τους, ξεφυτρώνοντας σαν θηλυκή πριγκίπισσα τα αγριόχορτα που παρεμποδίζουν την ανάπτυξη της και την κρατούν δέσμια στην παθητική της φύση, ανήμπορη να διαχειριστεί και να αξιοποιήσει τις αλλαγές της.

Το βλέμμα της την αγκαλιάζει προστατευτικά όσο της μιλά για την ζωή, ώστε η κόρη να αισθανθεί θελκτικό το καλωσόρισμά της σε αυτήν και όπως ξεδιπλώνεται ή προσωπική της ιστορία θα την απολαμβάνει με καρτερία αλλά και λαχτάρα. Στη ματιά της όπως της παρουσιάζει τον κόσμο αναβλύζει ένας ενθουσιασμός για τα χρώματα που ντύνουν την φύση, για τα πλάσματα που ξεδιψούν στην θάλασσα βουτώντας αδιάκοπα σε αυτήν, για την ελευθερία που κατακτάμε στον ηλιοφώτιστο ουρανό! 

Και όταν φτάσουν οι δύο τους στα αστέρια, τότε με μια ελευθερία στο βλέμμα θα της μιλήσει για τη δημιουργικότητα της, για να υποστηρίξει την προσπάθεια της να δεσμευτεί με τα δημιουργήματα της τα οποία θα τα φτιάξει με υλικό των αστεριών εμποτίζοντας τα στην επιθυμία της μητέρας της για εκείνη! Αν δεν ενωθεί με εκείνη τη στιγμή που της μιλάει για καθετί ουράνιο, το οποίο μπορεί να το πλάσει με ένα γήινο τρόπο δένοντας την φαντασία με την πραγματικότητα, τότε θα κατοικεί αλύπητα σε ένα σύννεφο, εγκλωβισμένη σε αυτό, με σκουρόχρωμες εικόνες να ξεθωριάζουν την ύπαρξή της.
Στα μάτια της μητέρας όσο της μιλάει για καθετί όμορφο θα υπάρχει ένας ολόφωτος ενθουσιασμός για την κόρη της, ενώ η εμπιστοσύνη για εκείνη θα υπερχειλίζει, δίνοντας της την αίσθηση πως μπορεί να τα καταφέρει στις διαδρομές της, αρκεί να πλάσει την ζωή της, να την σμιλέψει με αγάπη και αλήθεια, για να πορεύεται σε αυτήν με περηφάνια, χωρίς την ντροπή να στιγματίζει την ζωή της. Ακόμα και ένα λάθος να κάνει δεν θα το χρεώνει στον εαυτό της, αλλά θα το γεύεται σαν εμπειρία που θα την οδηγεί σε δρόμους, όπου η αλήθεια θα παραμένει αναλλοίωτη, ενώ η αυθεντικότητα θα είναι οδηγός της.

Οι άνθρωποι που θα την συντροφεύουν θα έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά και θα τολμούν για την ζωή τους, ώστε να τους θαυμάζει και να συμπορεύεται μαζί τους δημιουργώντας σχέσεις εκτίμησης, πίστης και βαθιάς αγάπης.

Στον καθάριο τρόπο που την κοιτά δεν πρέπει να υπάρχει σαγήνη, αλλά θαυμασμός για την ομορφιά του προσώπου και της ψυχής του παιδιού της. Η σαγήνη εμπεριέχει την σκλαβιά, προκειμένου το πρόσωπο που κοιτάει κάποιος να αιχμαλωτιστεί για να τον υπηρετήσει στα ελλείμματα του και μετατρέπεται σταδιακά σε ένα αντικείμενο που χάνει την αξία του και περιφέρεται άσκοπα, μήπως και βρει τα μέρη του σκορπισμένα στο χρόνο για να ενώσει ό,τι αποδεκατίστηκε. 

Αν η μητέρα κοιτά την κόρη της με τρόπο που προσδοκά μέσα από αυτήν να ζήσει τη ζωή που γλίστρησε από τα χέρια της, να κατακτήσει ακορφολογητους πόθους, απάτητες περιοχές, μέσα από την ζωή του παιδιού της και διψασμένη προσδοκά να πατήσει στα βήματά της για να βρει τα χνάρια της, τότε η κόρη αναδιπλώνεται, αιχμαλωτίζεται σε λάγνα βλέμματα που γυρεύουν από εκείνη μέρη της ζωής της και δεν την επιθυμούν ολάκερη. Προσφέρει τμήματα του εαυτού της, γιατί δεν νιώθει άρτια με σκοπό να κατακτήσει τον εαυτό της μέσω του άλλου. Σχέσεις χρηστικές, σχέσεις αδιέξοδες που δεν βρίσκει απάγκιο πουθενά και τα όνειρα της στεγνώνουν σε άνυδρες ‘αγάπες’, σε αδηφάγες συμπορεύσεις, σε απροσανατόλιστους δρόμους, σε αχαρτογράφητες χώρες. Αναλωμένη, χαμένη σε αχανείς εκτάσεις, χωρίς ένα πλαίσιο να ακουμπήσει σε αυτό την ψυχή της, να ερμηνεύσει το χάος της, να περιγράψει την ζωή της, η πίστη της ροκανίζεται, η εμπιστοσύνη της ραγίζει, και η ελπίδα της κάνει τους στόχους της να χαμηλώνουν, ενώ δυσκολεύεται να πειστεί πως υπάρχει δρόμος, υπάρχει ελπίδα, υπάρχουν άνθρωποι που θα την αγαπούν για εκείνη και που θα είναι σημαντική για την καρδιά τους. Δεν θα χρειάζεται αφυδατωμένους ανθρώπους να τους δώσει την σταγόνα της και να μείνει έρημος χωρίς μια όαση καρδιάς. Θα συναντά εκείνους που η καρδιά τους θα γίνεται μια φωλιά για την δική της και μαζί θα εκκολάπτουν τους νεοσσούς της δημιουργικότητάς τους, θα χαίρονται τα ύψη της αγάπης τους.

Και βέβαια κάθε αίσθηση ανταγωνισμού από την πλευρά της μητέρας στην σκέψη πως η κόρη θα ζήσει μια ζωή που δεν έζησε εκείνη θα υποχωρεί, γιατί διαφορετικά η κόρη θα λυγίζει ένοχα μπροστά στη νίκη, θα γυρεύει απεγνωσμένα από άλλες γυναίκες να γίνουν οι φάροι της, θα καθηλώνεται σε σχέσεις χωρίς να μπορεί να παίρνει αποφάσεις και ένα νεφέλωμα θα οδηγεί την ζωή της χαμένη σε μια ομίχλη και ενώ το λίγο θα ακουμπά τις αισθήσεις και τα συναισθήματά της, εκείνη θα στρέφει αλλού τη ζωή της, για να μην ανταμώσει με την αλήθεια της, επαιτώντας από το τίποτα να γίνει λίγο για να ξεγελαστεί με τα ψίχουλα. Πλανεμένη θα ζει σε ένα κόσμο σκότους, ενώ τα αστέρια θα απουσιάζουν από τη ζωή της για να της δείξουν τον δρόμο, γιατί απλά δεν θα τα βλέπει, δεν θα τα αναγνωρίζει, δεν θα αποκτούν υπόσταση μέσα της. Μια κινουμένη μαριονέτα που θα ακολουθεί τους άλλους στα βήματά τους, ακόμα κι αν η ζωή της γεμίζει από γκρίζο, ακόμα κι αν βάφεται με χρώματα θανάτου.

Ένα κορίτσι χρειάζεται την μητέρα της για να της πει πως την αγαπάει βαθιά, πως αγαπάει την ψυχή και το σώμα της. Χρειάζεται να νιώσει την περηφάνια της για εκείνη να την διαπερνά, ώστε οι επιλογές της να εμποτίζονται σε αυτήν.

Πώς αλλιώς θα μάθει να κοιτά τον έναστρο ουρανό, να τον πλάθει στην φαντασία της και μετά να τον σχηματίζει στην ζωή της. 

Και όταν η μητέρα την θαυμάσει βαθιά για την ικανότητα της να σμιλεύει έργα τέχνης, τότε θα της μιλήσει για τον άντρα στην ζωή της. 

Έναν άντρα που θα μπορεί να ταξιδέψει στο πλάι της, έναν άντρα που θα την αγαπάει ολάκερη, έναν άντρα που θα την επιθυμεί βαθιά και μαζί θα χαίρονται μια σχέση δέσμευσης που θα χαρακτηρίζεται από διάρκεια, ενώ θα επισφραγίζεται από σεβασμό, εκτίμηση, ελευθερία ψυχής, ανάταση!

Αγγελική Μπολουδάκη, Ειδικός Ψυχικής Υγείας – Συγγραφέας

ο μπαμπάς μας γράφει #3: Ένας περαστικός....

Προσγειώθηκε στην τέντα του μπαλκονιού από την μέσα πλευρά και σκέφτηκα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία για να κάνω τη Μαρκέλλα να ενθουσιαστεί, αλλά κατά βάθος ήξερα πως αυτό το τεράστιο παχουλό τζίτζικα θα τον έπιανα έτσι κι αλλιώς, αυτόματα. Ήταν και λίγο σπάνιος για το μέγεθός του. Ήθελα να τον γραπώσω αιφνιδιαστικά χωρίς να με δει πριν προλάβει να πετάξει με πολύ γρήγορη κίνηση αλλά χωρίς να πάθει κακό και φύγει σακάτης. Έχει και μία δόση κυνηγίου το θέμα, ενδεχόμενη αποτυχία, το τζιτζίκι να είναι πιο έξυπνο από σένα, έχει μια γουλιά απογοήτευσης επίσης.

Έτσι όπως τον είχα πιάσει με τα δύο δάχτυλα για να τον εξετάσω καλύτερα, με τα μικρά του αγκαθωτά ποδαράκια να παλεύουν απεγνωσμένα στον αέρα και με την όχι και τόσο χαριτωμένη κοιλίτσα του, φαντάστηκα την Μαρκέλλα να ουρλιάζει θέλοντας να τον πιάσει απεγνωσμένα, γιατί και φίδι να ήταν πάλι το ίδιο θα ήθελε η παιδική αφέλεια μαζί με την περιέργεια και την δίψα για εξερεύνηση. Καθόλου απίθανο έτσι όπως θα τον κρατούσε με τη χερούκλα της με χαριτωμενιά αλλά χωρίς να σου αφήσει καθόλου χρόνο αντίδρασης, να του δαγκώσει το κεφάλι και να το κρατσανίσει γεμάτη απόλαυση. Αυτό ήταν ένας ανασταλτικός λόγος να μην την φωνάξω να δει το θέαμα, αλλά και πάλι ψέμματα είπα στον εαυτό μου γιατί αν ήθελα να σώσω τον τζίτζικα θα τον έσωζα. Δεν θα τον άφηνα έτσι έρμαιο στα χέρια της γιατί δεν θα μάθαινε τίποτα. Άλλος ήταν ο λόγος της αναστολής. Δεν την φώναξα γιατί κόλλησα για λίγο χαζεύοντάς τον κι αναρωτήθηκα γιατί τότε έχω μια αλλεργία στις επαφές μου με τα έντομα. Δε θέλω με τίποτα να βλέπω κατσαριδάκια, άλλα περίεργα αρθρόποδα με δαγκάνες ή κεραίες όσο μικρά κι αν είναι, φτερωτά αντικείμενα, ουγκαντέζικα ζωύφια που μόνο μια φορά στη ζωή σου τα πετυχαίνεις, δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι πως θα βρεθώ στο μονοπάτι της σαρανταποδαρούσας. Μπορείς να βασανίσεις το μυαλό σου με δαύτα άμα θες. Και ειδικά αν έχουν επιδόσεις στην υψηλή ταχύτητα όπως η κατσαρίδα των Αθηνών η ανατριχίλα με διαπερνά σ' όλη την πλάτη, πραγματικά θυμώνω όταν αναγκαστώ να κυνηγήσω και να ακούσω και το “κράτς” από την σόλα. Τα παίρνω στο κρανίο όσο και με τις μύγες. Τρισκατάρατες κατάρες σε όλο τους το είδος όταν αρχίσουν να μ' ενοχλούν τέτοια πράγματα, βρίσκω πολύ σωστό και δικαιολογώ και τον χημικό, και τον ραδιοβιολογικό, και τον πυρηνικό πόλεμο άμα χρειαστεί να το ευχαριστηθώ περισσότερο παίρνοντας εκδίκηση από ένα έντομο που επιμένει. Τη μύγα που με τρώει και ξερνάει την τροφή της επάνω μου και έπειτα τα ξανατρώει, και ανάθεμα την ώρα να ξέρεις και τέτοιες λεπτομέρειες όσο μικροσκοπικές κι αν είναι, τότε είναι που κηρύττεις ολοκληρωτικά τον πόλεμο χωρίς να δείχνεις καμία ανοχή.

Φαντάζομαι την τεχνολογία να συνειδητοποιεί πως έχουμε χάσει 2 ανθρωπότητες χάριν σε ένα παλιοκούνουπο και ιπτάμενα λέιζερ σε σμήνη των χιλιάδων ν' αρχίζουν το μακελειό του πολέμου των ειδών σαν το “terminator” ένα πράγμα, τον ίδιο τον Σβαρτσενέγκερ να τα δέρνει και πεθαμένα. Κι αν το καλοσκεφτείς αν ήταν ορατές οι τρισεκατομμύρια κατσαρίδες των Αθηνών, όλοι θα το έσκαγαν κακήν κακώς. Βολεύει πως αν και βρίσκονται κυριολεκτικά παντού κανένας δεν τις βλέπει στις τρύπες των τούβλων να κόβουν βόλτες με το γνωστό γαργαλιστικό τους περπάτημα, μία φρίκη σκέτη θα ήταν να είχαμε ακτίνες Χ στα μάτια και να βλέπαμε κάτω από τα πατώματα, στους υπονόμους και τα σιφώνια. Με τις αράχνες θέλησα να κρατήσω πιο πολιτισμένη στάση τα τελευταία χρόνια δείχνοντας μεγάλη ανοχή, αποφεύγω αν μπορώ να τις σκοτώσω αλλά σίγουρα δεν θα ερωτευτούμε κιόλας, ούτε με τους σκορπιούς πρόκειται να γίνουμε ποτέ φίλοι, και γενικά θα προτιμούσα τη συγκατοίκηση με λιοντάρι παρά με τέτοια πράγματα.

Αλλά να που κρατούσα σα να μη συμβαίνει τίποτα ένα μικρό τέρας σε μέγεθος όσο ένα μικρό σπουργίτι και όχι μόνο αισθανόμουν ωραία, αλλά ποτέ και με τίποτα δεν θα μπορούσα να το δω σαν απειλή ακόμη κι αν αποφάσιζε να κόβει βόλτες επάνω μου. Μου έδωσε χαρά από την ώρα που τον είδα να πέφτει θύμα στη λάθος επιλογή της τέντας. Ή πάλι ίσως ήθελε να ξεφύγει από τα χελιδόνια, αλλά πλέον το μόνο που είχε σημασία ήταν αν έμαθε τίποτε από το σφάλμα του. Έχω γραπώσει άπειρα τζιτζίκια και πρώτη φορά συνειδητοποίησα γιατί υπήρχε αυτή η οικειότητα.

Μα γιατί ασφαλώς το ίδιο έκανε ο πατέρας μου! Θυμάμαι πόσο συναρπαστικό ήταν, κι ακόμα πιο συναρπαστικό όταν αποφάσιζε να βασανίζει την μάνα μου με τη θέα του τζίτζικα σαν απειλή. Ρωτούσε αν ήταν καλύτερα στο σβέρκο και μετά τον χάιδευε με το δάχτυλο σαν να ήταν σκύλος ντε και καλά ότι δεν είναι καθόλου επικίνδυνο αν το επιχειρήσει στ' αλήθεια. Όταν ευχαριστιόμασταν γέλιο με την σιχασιά της μάνας μου τον αμολούσε στον ουρανό. Περίπου το ίδιο συνέβαινε αν το μενού είχε σαλιγκάρια ή αρνίσιο κεφαλάκι ή γλώσσες, τα πιο σιχαμερά πράγματα ήταν και τα πιο αστεία. Μερικά από αυτά τα τρώω και χωρίς να μ' αρέσουν για να κάνω πλάκα στους άλλους. Δεν είναι καθόλου επιβεβαίωση ανδρισμού να τρως ακρίδες σουβλάκι εδώ που τα λέμε, αλλά όλα στο μυαλό είναι τελικά. Και όντως αν ο πατέρας μου κυνηγούσε αρκούδες μάλλον θα κυνηγούσα κι εγώ αρκούδες, αν έσφαζε άλλα ζώα δεν θα είχα κανέναν ενδοιασμό να κάνω το ίδιο, και ποιος ξέρει; Μπορεί και να βοσκούσα κατσαρίδες αν μου είχε δείξει το ίδιο ο πατέρας μου. Η ανάμνηση του τζίτζικα έμεινε για πάντα εύθυμη και συνοδεύει κάθε εμφάνισή του, γιατί έτσι έμεινε χαραγμένο στη βάση του μυαλού. Αυτή ήταν η πρωτογενής αποτύπωση της εικόνας ενός τζίτζικα και πλέον δεν θα άλλαζε ποτέ.

Μετά τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα πως είχε τελειώσει η αποστολή του για την ώρα. Η Μαρκέλλα ήδη με έψαχνε με γοργά βηματάκια και τον ευχαρίστησα για τη συμμετοχή του και τον έδιωξα στα μουλωχτά στον ουρανό. Δεν ήταν ακόμη ώρα. Εξάλλου έλειπε η μάνα της που ήταν βασικό κομμάτι του παζλ, ήταν τυχερή που έλειπε και την γλύτωσε. Τζιτζίκια θα 'χουμε να πιάνουμε. Το πιο πιθανό είναι μια μέρα η Μαρκέλλα με υφάκι να βασανίζει τον άντρα της με τζιτζίκια αλλά μακάρι να τον βασανίζει μόνο έτσι.