Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαμπάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαμπάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Ιουνίου 2012

ο μπαμπάς μας γράφει #3: Ένας περαστικός....

Προσγειώθηκε στην τέντα του μπαλκονιού από την μέσα πλευρά και σκέφτηκα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία για να κάνω τη Μαρκέλλα να ενθουσιαστεί, αλλά κατά βάθος ήξερα πως αυτό το τεράστιο παχουλό τζίτζικα θα τον έπιανα έτσι κι αλλιώς, αυτόματα. Ήταν και λίγο σπάνιος για το μέγεθός του. Ήθελα να τον γραπώσω αιφνιδιαστικά χωρίς να με δει πριν προλάβει να πετάξει με πολύ γρήγορη κίνηση αλλά χωρίς να πάθει κακό και φύγει σακάτης. Έχει και μία δόση κυνηγίου το θέμα, ενδεχόμενη αποτυχία, το τζιτζίκι να είναι πιο έξυπνο από σένα, έχει μια γουλιά απογοήτευσης επίσης.

Έτσι όπως τον είχα πιάσει με τα δύο δάχτυλα για να τον εξετάσω καλύτερα, με τα μικρά του αγκαθωτά ποδαράκια να παλεύουν απεγνωσμένα στον αέρα και με την όχι και τόσο χαριτωμένη κοιλίτσα του, φαντάστηκα την Μαρκέλλα να ουρλιάζει θέλοντας να τον πιάσει απεγνωσμένα, γιατί και φίδι να ήταν πάλι το ίδιο θα ήθελε η παιδική αφέλεια μαζί με την περιέργεια και την δίψα για εξερεύνηση. Καθόλου απίθανο έτσι όπως θα τον κρατούσε με τη χερούκλα της με χαριτωμενιά αλλά χωρίς να σου αφήσει καθόλου χρόνο αντίδρασης, να του δαγκώσει το κεφάλι και να το κρατσανίσει γεμάτη απόλαυση. Αυτό ήταν ένας ανασταλτικός λόγος να μην την φωνάξω να δει το θέαμα, αλλά και πάλι ψέμματα είπα στον εαυτό μου γιατί αν ήθελα να σώσω τον τζίτζικα θα τον έσωζα. Δεν θα τον άφηνα έτσι έρμαιο στα χέρια της γιατί δεν θα μάθαινε τίποτα. Άλλος ήταν ο λόγος της αναστολής. Δεν την φώναξα γιατί κόλλησα για λίγο χαζεύοντάς τον κι αναρωτήθηκα γιατί τότε έχω μια αλλεργία στις επαφές μου με τα έντομα. Δε θέλω με τίποτα να βλέπω κατσαριδάκια, άλλα περίεργα αρθρόποδα με δαγκάνες ή κεραίες όσο μικρά κι αν είναι, φτερωτά αντικείμενα, ουγκαντέζικα ζωύφια που μόνο μια φορά στη ζωή σου τα πετυχαίνεις, δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι πως θα βρεθώ στο μονοπάτι της σαρανταποδαρούσας. Μπορείς να βασανίσεις το μυαλό σου με δαύτα άμα θες. Και ειδικά αν έχουν επιδόσεις στην υψηλή ταχύτητα όπως η κατσαρίδα των Αθηνών η ανατριχίλα με διαπερνά σ' όλη την πλάτη, πραγματικά θυμώνω όταν αναγκαστώ να κυνηγήσω και να ακούσω και το “κράτς” από την σόλα. Τα παίρνω στο κρανίο όσο και με τις μύγες. Τρισκατάρατες κατάρες σε όλο τους το είδος όταν αρχίσουν να μ' ενοχλούν τέτοια πράγματα, βρίσκω πολύ σωστό και δικαιολογώ και τον χημικό, και τον ραδιοβιολογικό, και τον πυρηνικό πόλεμο άμα χρειαστεί να το ευχαριστηθώ περισσότερο παίρνοντας εκδίκηση από ένα έντομο που επιμένει. Τη μύγα που με τρώει και ξερνάει την τροφή της επάνω μου και έπειτα τα ξανατρώει, και ανάθεμα την ώρα να ξέρεις και τέτοιες λεπτομέρειες όσο μικροσκοπικές κι αν είναι, τότε είναι που κηρύττεις ολοκληρωτικά τον πόλεμο χωρίς να δείχνεις καμία ανοχή.

Φαντάζομαι την τεχνολογία να συνειδητοποιεί πως έχουμε χάσει 2 ανθρωπότητες χάριν σε ένα παλιοκούνουπο και ιπτάμενα λέιζερ σε σμήνη των χιλιάδων ν' αρχίζουν το μακελειό του πολέμου των ειδών σαν το “terminator” ένα πράγμα, τον ίδιο τον Σβαρτσενέγκερ να τα δέρνει και πεθαμένα. Κι αν το καλοσκεφτείς αν ήταν ορατές οι τρισεκατομμύρια κατσαρίδες των Αθηνών, όλοι θα το έσκαγαν κακήν κακώς. Βολεύει πως αν και βρίσκονται κυριολεκτικά παντού κανένας δεν τις βλέπει στις τρύπες των τούβλων να κόβουν βόλτες με το γνωστό γαργαλιστικό τους περπάτημα, μία φρίκη σκέτη θα ήταν να είχαμε ακτίνες Χ στα μάτια και να βλέπαμε κάτω από τα πατώματα, στους υπονόμους και τα σιφώνια. Με τις αράχνες θέλησα να κρατήσω πιο πολιτισμένη στάση τα τελευταία χρόνια δείχνοντας μεγάλη ανοχή, αποφεύγω αν μπορώ να τις σκοτώσω αλλά σίγουρα δεν θα ερωτευτούμε κιόλας, ούτε με τους σκορπιούς πρόκειται να γίνουμε ποτέ φίλοι, και γενικά θα προτιμούσα τη συγκατοίκηση με λιοντάρι παρά με τέτοια πράγματα.

Αλλά να που κρατούσα σα να μη συμβαίνει τίποτα ένα μικρό τέρας σε μέγεθος όσο ένα μικρό σπουργίτι και όχι μόνο αισθανόμουν ωραία, αλλά ποτέ και με τίποτα δεν θα μπορούσα να το δω σαν απειλή ακόμη κι αν αποφάσιζε να κόβει βόλτες επάνω μου. Μου έδωσε χαρά από την ώρα που τον είδα να πέφτει θύμα στη λάθος επιλογή της τέντας. Ή πάλι ίσως ήθελε να ξεφύγει από τα χελιδόνια, αλλά πλέον το μόνο που είχε σημασία ήταν αν έμαθε τίποτε από το σφάλμα του. Έχω γραπώσει άπειρα τζιτζίκια και πρώτη φορά συνειδητοποίησα γιατί υπήρχε αυτή η οικειότητα.

Μα γιατί ασφαλώς το ίδιο έκανε ο πατέρας μου! Θυμάμαι πόσο συναρπαστικό ήταν, κι ακόμα πιο συναρπαστικό όταν αποφάσιζε να βασανίζει την μάνα μου με τη θέα του τζίτζικα σαν απειλή. Ρωτούσε αν ήταν καλύτερα στο σβέρκο και μετά τον χάιδευε με το δάχτυλο σαν να ήταν σκύλος ντε και καλά ότι δεν είναι καθόλου επικίνδυνο αν το επιχειρήσει στ' αλήθεια. Όταν ευχαριστιόμασταν γέλιο με την σιχασιά της μάνας μου τον αμολούσε στον ουρανό. Περίπου το ίδιο συνέβαινε αν το μενού είχε σαλιγκάρια ή αρνίσιο κεφαλάκι ή γλώσσες, τα πιο σιχαμερά πράγματα ήταν και τα πιο αστεία. Μερικά από αυτά τα τρώω και χωρίς να μ' αρέσουν για να κάνω πλάκα στους άλλους. Δεν είναι καθόλου επιβεβαίωση ανδρισμού να τρως ακρίδες σουβλάκι εδώ που τα λέμε, αλλά όλα στο μυαλό είναι τελικά. Και όντως αν ο πατέρας μου κυνηγούσε αρκούδες μάλλον θα κυνηγούσα κι εγώ αρκούδες, αν έσφαζε άλλα ζώα δεν θα είχα κανέναν ενδοιασμό να κάνω το ίδιο, και ποιος ξέρει; Μπορεί και να βοσκούσα κατσαρίδες αν μου είχε δείξει το ίδιο ο πατέρας μου. Η ανάμνηση του τζίτζικα έμεινε για πάντα εύθυμη και συνοδεύει κάθε εμφάνισή του, γιατί έτσι έμεινε χαραγμένο στη βάση του μυαλού. Αυτή ήταν η πρωτογενής αποτύπωση της εικόνας ενός τζίτζικα και πλέον δεν θα άλλαζε ποτέ.

Μετά τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα πως είχε τελειώσει η αποστολή του για την ώρα. Η Μαρκέλλα ήδη με έψαχνε με γοργά βηματάκια και τον ευχαρίστησα για τη συμμετοχή του και τον έδιωξα στα μουλωχτά στον ουρανό. Δεν ήταν ακόμη ώρα. Εξάλλου έλειπε η μάνα της που ήταν βασικό κομμάτι του παζλ, ήταν τυχερή που έλειπε και την γλύτωσε. Τζιτζίκια θα 'χουμε να πιάνουμε. Το πιο πιθανό είναι μια μέρα η Μαρκέλλα με υφάκι να βασανίζει τον άντρα της με τζιτζίκια αλλά μακάρι να τον βασανίζει μόνο έτσι.


14 Μαΐου 2012

ο μπαμπάς μας γράφει #2: "Ένα παλιό φάρμακο..."



Εκείνη την εποχή οι κωλογειτονιές του Πειραιά έμοιαζαν λίγο με τις κωλογειτονιές της Αγγλίας, όχι μόνο λόγω της φτώχειας αλλά εξαιτίας όλων αυτών που ακολουθούν την φτώχεια. Πολύ εύκολα θα έβρισκες γεμάτη pub στις 12 το μεσημέρι, οι συμμορίες ανηλίκων ήταν γεγονός πολύ πριν τις ανακαλύψει αργότερα κάποιος “Ευαγγελάτος”. Πολύ πριν υπάρξουν Αλβανοί, Πακιστανοί και όλοι αυτοί που υποτίθεται έφεραν αυτές τις μόδες από τις πατρίδες τους. Θυμάμαι έναν πιτσιρικά που τον είχαν βάλει φωτιά άλλοι πιτσιρικάδες στην μέση της πλατείας στις 6 το απόγευμα, αλλά αυτό βεβαίως δεν ήταν κάτι που θα το διάβαζες στις εφημερίδες ούτε και θα το άκουγες στην τηλεόραση με μπόλικη σάλτσα από εθνικιστικές φανφάρες.

Από εκείνη την εποχή η πιο έντονη ανάμνηση είναι τα μηχανάκια. Ίσως επηρέασαν και λίγο οι ταινίες του Ψάλτη αλλά και πάλι πιστεύω πως ο καθοριστικός παράγοντας ήταν οι ιπποκόμοι της φτώχειας. Μόνο στον Πειραιά θα έβλεπες τόσα μηχανάκια, ίσως και στο Μπαγκλαντές. Δεν θέλαμε μοτοσυκλέτες για να βρούμε γκόμενα όπως ο -γέρο- Ψάλτης όμως, αλίμονο, όποιος δεν είχε κάνει σεξ στα 13, στα 14, βαριά στα 15, τότε μάλλον σήμαινε ότι θα παρέμενε παρθένος και στα 35. Αυτό το “πρόβλημα” το είχαμε λύσει στα σχολεία προ πολλού κι αν τύχαινε να ήσουν εντελώς κόπανος οι φίλοι σου θα σε οδηγούσαν στην οδό Φυλής με το ζόρι.

Απλώς δεν πιστεύαμε ότι θα γίνουμε ποτέ ένας “οικογενειάρχης με αυτοκίνητο” γιατί θα ήταν σαν να συζητούσαμε αγορά αεροπλάνου: εντελώς αδύνατον! Θεωρητικά και πρακτικά. Και ούτε τότε κυκλοφορούσαν τόσα πολλά αυτοκίνητα. Το μηχανάκι σου άφηνε κάποια ελπίδα, πολύ χειροπιαστή. Εξάλλου οι πιο πολλοί δουλεύαμε, παραγιοί, σερβιτόροι, βοηθοί του βοηθού, κι έτσι όλο και κάποιο χαρτζιλίκι έβγαινε. Καλοκαίρι και διακοπές για το συνηθισμένο γυμνασιόπαιδο σήμαινε “ευκαιρία να βγάλω κανένα φράγκο στην ταβέρνα της πλατείας”. Το φράγκο που δεν είχε να μου δώσει ο πατέρας μου.

Ένας αρρωστημένος μαζοχισμός μας έστελνε κάθε βράδυ πριν γυρίσουμε στα σπίτια μας να περνάμε συνέχεια από την ίδια βιτρίνα με τις street μηχανές, σαν τις γκόμενες που έκαναν βόλτες για να χαζεύουν ρούχα και παπούτσια. Ή μάλλον σαν να χαζεύεις τις ίδιες τις γκόμενες στις βιτρίνες του Άμστερνταμ.
-Πω πω κοίτα κάτι αεραγωγοί μαλάκα μου!
-Εδώ δες φρένα!
-Ααααχ! Βαααχ!
-Μου σηκώθηκε!
-Κι εγώ νομίζω είμαι ερωτευμένος
-Άντε πάμε για ύπνο
Το επόμενο βράδυ πάλι τα ίδια, για να έχουμε ωραία όνειρα. Ήταν οι μηχανές που δεν μπορούσες ν' αγοράσεις, οι μηχανές “των ενηλίκων”.

Εμείς την βολεύαμε με διάφορα αυτοσχέδια οχήματα, τις περισσότερες φορές θορυβώδη και βρωμερά. Η Castrolίλα στο μαλλί και στα ρούχα ήταν ένα είδος περιζήτητης κολόνιας. Όσο πιο πολύ βρωμούσες τόσο ανέβαιναν οι μετοχές σου στο χρηματιστήριο της πλατείας. Η μυρωδιά της διχρονίλας ήταν ο ανοιξιάτικος Μάης στις τσιμεντένιες γειτονιές. Μαζί της ανθούσαν ζιγκλεράκια, εξατμίσεις, καρμπιρατέρ, γρανάζια. Για να μη φυτρώσουν καρπαζιές αν κάποιος είχε μηχανάκι κρυφά από τον πατέρα του, συμφωνούσαμε να το παρκάρει έξω από κάποιο άλλο σπίτι και να το προσέχαμε. Διπλώματα και τέτοια πράγματα ήταν πολυτέλεια.

Κορυδαλλός, Νίκαια, Ζέα, Πασαλιμάνι, Καστέλα, ΣΕΦ, σαν λεωφορεία της γραμμής, οι παρέες με τους αλητάμπουρες είχαν σταθερές ρότες όπως τα ποστάλια στο λιμάνι. Οι “Ζητάδες” εκείνης της εποχής επίσης είχαν επηρεαστεί κάπως από τον Φώσκολο και τον Ψάλτη και παρότι ήταν κι αυτοί πρώην αλητάμπουρες που έκαναν σούζες στο γιοφύρι της Ν.Φιλαδέλφειας, δεν ήταν καθόλου φιλικοί μαζί μας. Όποτε μας σταματούσαν όμως τελικά το μετάνιωναν πάντα. Δήθεν αδιάφοροι για τις κλήσεις που θα τρώγαμε, αυτόματα σαν το σμήνος με τις σφήκες το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να περικυκλώνουμε την δική τους μηχανή.
-ΑΑΑΑΑ! Ωραίοι καθρέφτες! Τελικά θα βάλω κι εγώ!
-Αυτό το κουμπί τι κάνει;
-Εδώ κοίτα τα “κόκκινα” στο στροφόμετρο!
-Θα την βάλεις μπροστά να την ακούσουμε λίγο;
-Ναι βαλ' την λίγο να δουλέψει και κόβεις την κλήση μετά!
-ΜΗ ΠΑΙΖΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΓΚΑΖΙ ΡΕ ΤΣΟΓΛΑΝΕ ΘΑ ΤΗΝ ΜΠΟΥΚΩΣΕΙΣ!!!
-Νομίζω δεν έχει καλή επαναφορά. Να κοιτάξεις την ντίζα!
-Εκείνο το κουμπί τι κάνει; Δεν έχω ξαναδεί.
-Μπορεί να πετάει σφαίρες!
-Όχι κλήσεις!

Στο τέλος μας σιχτίριζαν, έτρωγε κι ο πιο τυχερός καμιά σβουριχτή μπάφλα και μας έδιωχναν στον αγύριστο, ανακουφισμένοι.

-ΕΓΩ ΜΑΛΑΚΑΣ ΕΙΜΑΙ ΠΟΥ ΦΟΡΑΩ ΚΡΑΝΟΣ;
-Εμ τι; Ζέστη δεν κάνει;
-Εγώ έχω κλειστοφοβία δε το κάνω επίτηδες
-Εμένα μου το κλέψανε
-Δεν έχω λεφτά για κράνη
-Μπορεί να χτυπήσεις άσχημα με το κράνος! Μια φορά ένας φίλος μου...
-ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙΤΕ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΚΙ ΕΓΩ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ!

Κι έκανε ντε και καλά πως πιάνει το πιστόλι.
Φεύγαμε γελαστοί σαν τους καλικάντζαρους με διπλά “πατιλίκια” και “ξερογκαζιές” κάνοντας ακόμη πιο πολλούς θορύβους από πριν. Ξέραμε την αχίλλειο πτέρνα τους απ' έξω κι ανακατωτά. Κι αν ο ίδιος άνθρωπος σε πετύχαινε μόνο σου, το πιο πιθανό θα ήταν να σε στόλιζε με 40 κλήσεις. Γι' αυτό οι πλατείες και οι παρέες με τα μηχανάκια ήταν το social network της εποχής. Το “πάμε πλατεία” δεν ήταν τυχαία φράση.

Ο εθισμός στο castrol γρήγορα φέρνει και τον εθισμό στην χημεία. Ένας μακαρίτης πρεζάκιας συμμαθητής μου έλεγε “πιστεύεις πως υπάρχει κόλαση και παράδεισος; Αφού είναι όλα χημεία! Ακριβώς όπως δημιουργήθηκες, ΠΑΦΦΦ και χάνεσαι! Εντελώς. Ολοκληρωτικά. Μια για πάντα. Και η πρέζα χημεία είναι λοιπόν”.
Δεν το κατάλαβα αυτό με τις χημείες ούτε και είμαι σίγουρος πως γλυτώνεις τόσο εύκολα από αυτόν τον κόσμο ή τον άλλον, αλλά πολλά χρόνια αργότερα το φιλοσόφησα λίγο το θέμα. Μήπως χημεία δεν είναι κι ο έρωτας; Χημικές ενώσεις που τρελαίνουν τον εγκέφαλο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα; Δεν τρως, δεν κοιμάσαι, το μυαλό σου είναι κολλημένο συνέχεια σε ένα πράγμα. Κόλπο της φύσεως. Για να σε ρίξει στην παγίδα. Και όχι ο έρωτας δεν κρατάει για πάντα, αυτό είναι ψέμματα. Έτσι θέλουμε να πιστεύουμε αλλά δεν είναι αλήθεια. Ο κεραυνός αυτός που τρως κατακούτελα πάντα έχει ημερομηνία λήξεως, αν θα μετουσιωθεί σε “αγάπη” αυτό είναι άλλο καπέλο. Κι ο γάτος το Γενάρη λυσσάει, μετά του περνάει, ξαναγίνεται φυσιολογικός. Μόλις η φύση κάνει τη δουλειά της τον αφήνει στην ησυχία του.

Μήπως χημεία δεν είναι ο πόνος; Η πείνα; Το άγχος; Το σεξ; Αν είσαι... Δαλάι Λάμα και ελέγχεις αυτές τις χημείες στο μυαλό σου μπορείς να γυρνάς ξεβράκωτος στις κορυφές του Θιβέτ. Κι ο ίδιος ο πόνος φέρνει άλλες χημικές ουσίες στο προσκήνιο, για να αντέχεις τον πόνο. Γι' αυτό κάπου αυτοί οι τύποι με τα ολόσωμα τατουάζ για παράδειγμα έχουν κι έναν εθισμό σ' αυτές τις ουσίες. Θυμάμαι στο πρώτο τατουάζ πόνεσα πολύ, στο δεύτερο όχι και τόσο, στο τρίτο μου άρεσε κιόλας το κάψιμο της βελόνας. Κάτι είχε αλλάξει. Ο οργανισμός ενημερωμένος πλέον στέλνει την σωτηρία μια ώρα αρχύτερα. Χημείες!

Η χημεία της αδρεναλίνης είναι από τις πιο δυνατές που υπάρχουν. Ευλογημένη ουσία! Σε δράση θα μπορούσε να συγκριθεί με τη μορφίνη. Αν σε καταπιεί η αδρεναλίνη δεν θες να βγεις από αυτήν με τίποτα. Γιατρεύει τον πόνο, την θλίψη, τον φόβο, την πείνα, τον έρωτα, το κάπνισμα, ίσως και τον καρκίνο τον ίδιο, ποιος ξέρει; Μόλις βάλεις τη μηχανή στο “νύχι” και καθίσεις στην πολυθρόνα του σπιτιού σου περνούν ώρες μέχρι να σταματήσεις να αισθάνεσαι σαν κουνημένη coca-cola. Έτσι πάντα τα μηχανάκια θα έχουν σχέση με την χημεία του σώματος. Αλλιώς είναι να καβαλάς το μουλάρι κι αλλιώς να καβαλάς ρουκέτα. Κι όταν έχεις καβαλήσει ρουκέτα δεν θες ούτε να το βλέπεις το μουλάρι. Κι ας είναι επικίνδυνη. Είναι ζωογόνος! Είναι φάρμακο!

Λοιπόν οι περισσότεροι από αυτούς τους φίλους μου στην πραγματικότητα ήθελαν αυτοκίνητο από την αρχή. “Να σοβαρευτούν, να γίνουν άνθρωποι”. Ενώ κάποιοι άλλοι σαν εμένα κατά βάθος ήθελαν το γιατρικό τους, την δόση τους. Έτσι με το πέρασμα του χρόνου λίγοι μείναμε να καβαλάμε ακόμη, γιατί λίγοι καταλάβαμε την συνταγή. Δεν έχω νεύρα για αυτοκίνητα και ούτε αντιμετωπίζω την μοτοσυκλέτα σαν “μεταφορικό μέσον”. Προτιμώ να βρέχομαι αλλά να φτάνω σπίτι μου σαν άνθρωπος, όχι σαν Αττίλας με κλωτσιές και με βρισιές. Μάλλον την βλέπω σαν το μαγικό φίλτρο του Αστερίξ. Αν είμαι τσαντισμένος, θλιμμένος, γκρινιάρης, με πνίγει η μούχλα και με πλακώνουν τα ταβάνια, η ίδια μου η γυναίκα θυμώνει και λέει “ΔΕ ΠΑΣ ΚΑΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΛΕΩ ΓΩ;”. Δεν εννοεί βεβαίως να πάω στις πουτάνες ούτε να πάω για μπύρες. Ξέρει αυτή!


Άντε, περαστικά μας...

5 Απριλίου 2012

ο μπαμπάς μας γράφει #1 : "Δεν φταίει το παιδί..."



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μεγάλο πέτρινο σχολείο. Πολύ ωραίο σχολείο μόνο που δεν έμοιαζε με σχολείο. Δεν χρειαζόταν να είσαι δάσκαλος για να το καταλάβεις, είχαν περίεργη θέση τα παράθυρα. Λέγανε ότι ήταν κάτι παλιοί στάβλοι της βασίλισσας Φρειδερίκης που ήταν πάρα πολύ καλή και μεγαλόψυχη γυναίκα και παρότι δεν πήρε μετάλλιο από την UNESCO και ούτε ήταν πρέσβειρα καλής θελήσεως, ήταν πολύ ευγενική κυρία. Σίγουρα θα έστελνε εκεί και τα δικά της 7χρονα παιδιά αλλά τύχαινε να μένει μακρυά. Τότε σε όλους άρεσε να είμαστε όλοι ίσοι, γι' αυτό ντυνόμασταν όλοι το ίδιο με κάτι μπλε ποδιές, οι οποίες να πω την αμαρτία μου μου έκατσαν στο λαιμό γιατί πάντα μ' έτρωγε ο γιακάς και η μάνα μου με σφαλιάριζε επειδή “έκανα σαν σπαστικό”.

Σ' αυτό το σχολείο είχαμε μια πολύ καλή δασκάλα, είχε κατέβει από την Πίνδο. Δεν καταλαβαίναμε πάντα τι έλεγε αλλά δεν χρησιμοποιούσε ποτέ το χάρακα όπως οι άλλες δασκάλες, είχε φέρει δικές της βίτσες για να δώσει ένα χρώμα από χωριό στην μουντή πόλη μας. Εμείς στοιχηματίζαμε ότι μάλλον είχε κατέβει από τον Όλυμπο και είχαμε την σταθερή πεποίθηση πως γνώριζε τον ίδιο τον Δία. Όποτε δεν μιλούσε για τον Δία και την Ήρα, μας μιλούσε για τον παππού της τον Περικλή και δεν σήκωνε πολλά-πολλά με το θέμα γι' αυτό πάντα εγκαινίαζα τις βίτσες. Δέκα σε κάθε παλάμη για να μην μένει καμία παραπονεμένη, όπως ο Λεωνίδας για να σκληραγωγηθούμε, έτσι κι αυτή μεριμνούσε για το καλό μας.

Κανονικά θα έπρεπε να κοιμόμαστε σε καλάμια κι έτσι πάντα φρόντιζε να είμαστε κουρασμένοι. Και ήταν όντως πολύ κουραστικό να στέκεσαι στο ένα πόδι στη γωνία της τάξης για 45 λεπτά. Κι αν έπρεπε να γίνει σκληρή, κι αναγκαζόταν να κάνει την καρδιά της πέτρα η καημένη, ακόμα χειρότερα, με το ένα πόδι αλλά να κοιτάς και τον τοίχο. Για να μην γελάσει κανένα κοριτσάκι στα κρυφά και πάρεις κουράγιο. Τότε λοιπόν έμαθα πολύ καλά την προπαίδεια. Για τον Περικλή όλο τα ίδια μάθαινα κι έτσι τα βαρέθηκα γρήγορα. Δεν ξέρω αν έχτισε την Ακρόπολη στο ένα πόδι ή στα δύο, αλλά τα δικά μου πόδια τα θυμάμαι πάντα να ανυπομονούσαν να κλοτσήσουν την μπάλα.

Αφού πρόλαβα και γνώρισα όλες τις βίτσες του χωριού, κι ας ήμουν στην πόλη, μια μέρα ήρθε ένας πολύ σοβαρός κύριος, από ένα μέρος που λεγόταν Καρπενη'ς ή κάπως έτσι. Μας είπε να βγάλουμε τις ποδιές γιατί ήταν πολύ “αναχρονιστικές” κι εγώ πολύ το χάρηκα κι ας έλεγε ο πατέρας μου ότι ήταν “γλύφτης από τις κλαδικές”, γιατί ούτως ή άλλως δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτές οι κλαδικές, αλλά χειρότερες από τα κλαδιά του δέντρου αποκλείεται να ήταν!

Στην αρχή, χωρίς τον γιακά, του είπα την προπαίδεια νεράκι και ούτε μια φορά δεν χρειάστηκε να ξύνω το σβέρκο μου σαν τον σκύλο που έχασε το κολάρο του. Αυτός είχε πολύ προηγμένες μεθόδους εκμάθησης και δεν χρησιμοποιούσε ούτε χάρακες, ούτε εξετάσεις, ούτε τίποτα. Ούτε καν βιβλία. Απ' ότι κατάλαβα στο κατηχητικό εκείνος είχε φάει πιο πολύ ξύλο από εμάς κι έτσι ήθελε να τους εκδικηθεί όλους. Μας μιλούσε συνήθως για “κοινωνικούς αγώνες”, για “κολεκτίβες” και άλλα τέτοια που δεν πολυκαταλάβαινα. Αλλά μια μέρα κατάλαβα πολύ καλά, κι ας ήμουν μικρός, ότι τον απογοήτευσα γιατί είπε σιγανόφωνα στην μάνα μου “από αυτόν μην περιμένετε πολλά πράγματα” κι εγώ το βράδυ έκλαιγα πιο πολύ από τη μάνα μου. Γιατί βεβαιώθηκα πως δεν ήταν ο Περικλής παππούς μου κι έτσι αν καταργήθηκαν τελείως τα αρχαία ελληνικά, έφταιγα εγώ.

Στο γυμνάσιο και πάλι δεν είχε αρχαία ελληνικά, ούτε κι εξετάσεις, αλλά είχε πολλούς ωραίους σοβάδες. Αν εκείνη την εποχή διάβαζα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες σίγουρα θα είχα δοκιμάσει μερικούς, έτσι, από περιέργεια. Έκανε κι έναν σεισμό κι ευτυχώς που δεν ήμουν εγγονός του Περικλή γιατί ανακάλυψα ότι είμαι εγγονός του Κολοκοτρώνη και η εκκλησία μας πολύ το χαιρόταν αυτό. Μας χάρισε 4 κοντέινερ. Στη θέση τους θα έχτιζε ένα μεγαλοπρεπές σχολείο αλλά ίσως τους τσάντισε η “κολεκτίβα” κι έτσι τελικά αποφοίτησα από κοντέινερ, όπως όλα τα εμπορεύματα. Πάλι ήθελα να κλοτσήσω την μπάλα αλλά δεν κατάφερα ποτέ να σπάσω τα κοντέινερ. Απογοήτευση! Δεν έκανα ούτε για ποδοσφαιριστής.

Στο λύκειο δεν είχαν φτάσει ακόμη τα αρχαία ελληνικά, που τα κυνηγούσα σαν χαρταετό, είχε όμως 15μελή, 5μελή και “κύκλους εκμάθησης”. Έμαθα και “κατάληψη” από κάτι καθηγητές που επέμεναν πολύ αν και δεν κουράζονταν ιδιαίτερα να πω την αλήθεια. Αυτοί οι κύκλοι ήταν πολύ μικροί κι έτσι αστόχησα αμέσως. Εγώ ήθελα να πάω στον Κ1 που προοριζόταν για τα παιδιά με φιλολογικές κλίσεις αλλά ένας καθηγητής μου μου είπε πως εκεί πάνε οι γκέι. Κοίταξα από το παράθυρο και όντως είδα ότι είχε μέσα πολλά κορίτσια αλλά καθόλου αγόρια. Τώρα που το ξανασκέφτομαι ίσως να ήταν το όνειρό μου να βρεθώ ανάμεσα σε τόσες φούστες αλλά ο Θεός, όχι του Κολοκοτρώνη, ο άλλος, θέλησε να με προφυλάξει από τα αφροδίσια νοσήματα. Ο κύκλος Κ3 με τους λογιστές δεν μου άρεσε καθόλου κι ας ήξερα την προπαίδεια, με αποτέλεσμα να τελειώσει η περιπέτεια πολύ γρήγορα.

Ο πατέρας μου έγινε έξαλλος και μου είπε πως ήξερε μια “πολύ καλή τεχνική σχολή” που είχε κι έναν κουμπάρο του μέσα, από τις κλαδικές που τόσο μισούσε πιο παλιά, οπότε το φτωχό μου το μυαλό θα εμπλουτιζόταν με μέσον αν χρειαζόταν. Εκεί έμαθα να παίζω πεταλούδα και να πετάω στιλέτα στον πίνακα. Γιατί αλλιώς δεν επιβιώνει 17χρονος με φορτηγατζήδες. Ήρθε κάποτε κι ο κ. Μάκης Τριανταφυλλόπουλος με ένα ρεπορτάζ και πολύ ντράπηκα για το σχολείο μου. Όταν πήρα το πτυχίο ήταν κάτι σαν πτυχίο φυλακής στη φαντασία μου. Στο τέλος αναγκάστηκα να διαβάζω μόνος μου. Άργησα λίγο αλλά με καθυστέρησε ο Περικλής.

Εξάλλου στα ναυπηγεία, στα λαγούμια, στην κορυφή της κεραίας, λίγο μου χρησίμευσαν όλα αυτά. Αν μου μάθαιναν εξαρχής να παλεύω με καλώδια-ανακόντα στη σχολή του Μόγλη θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα. Μια μέρα, πολλά χρόνια αργότερα, ήρθε κι ο ανιψιός μου. Πέρασε κι αυτός από το πέτρινο σχολείο, και το λύκειο, και η μαμά του είχε πολλά λεφτά από τις κλαδικές και μορφώθηκε σε υπερσύγχρονο ΙΕΚ. Έγινε προγραμματιστής ή κάτι τέτοιο, σαν τον φίλο μου που σπούδασε γιατρός στη Ρουμανία. Μόλις άρχισε να πατάει τα κουμπιά του πληκτρολογίου με το ένα δάχτυλο, κατάλαβα:
de fteei to pedi...΄

14 Μαρτίου 2012

Η Μαρκέλλα και το Mahna-Mahna (Muppet Show)

Έχει ξετρελαθεί το παιδί μου με το τραγούδι αυτό (όχι πως εμάς δεν μας αρέσει ΠΑΑΑΡΑΑΑ πολύ :D)


Γι' αυτό και ο μπαμπάς μας ο γλυκούλης, βρήκε τον τρόπο να γίνει και η Μαρκέλλα μέρος του 


Αχ κοριτσάκι μου γλυκό......πόσο σε αγαπάμε?!!!!!

7 Φεβρουαρίου 2012

www.μαρκέλλα.gr


Είναι ταλέντο ο άνθρωπος (για τον άντρα μου μιλάω)!!!

Απλώς δεν είναι ο τύπος των "κυκλωμάτων" και τον τρώει και αυτόν η μαρμάγκα μαζί με πολλούς άλλους ταλαντούχους Έλληνες!

Έφτιαξε από την αρχή την ιστοσελίδα  για την κόρη μας και πραγματικά δεν χορταίνω να την βλέπω!

Με τον καιρό (αν και δεν βλέπω να αργεί πολύ-κου κου βάα) θα βάλει και η Μαρκέλλα το χεράκι της!

Κοπιάστε...κερνάμε φοντανάκι και λικέρ καρυδάκι!!! :D



6 Φεβρουαρίου 2012

Μαμάάάάά-Μπαμπάάάάάά ....παπώώώώώ!!!!



Ήρθε η στιγμή να το ακούσουμε και αυτό! :D


Από χθες το παιδί μας, κάθε φορά που μας βλέπει σκυθρωπούς και σκεφτικούς τρέχει προς το μέρος μας με τα χέρια ανοιχτά, φωνάζοντας παπώώώώ (ΑΓΑΠΩ)!!!


Αυτό μαζί με τις αυθόρμητες αγκαλίτσες της και τα φιλάκια της,  είναι η κινητήριος δύναμη για να αντεπεξέλθουμε στις όποιες δυσκολίες! 

Εύχομαι κοριτσάκι μου, για όσα "παπώ" πεις να σου επιστρέψουν τα δεκαπλάσια!


Κι εμείς σε αγαπάμε πάρα πολύ!!!

18 Ιανουαρίου 2012

Χρόνια Πολλά Μπαμπά μας!



Σήμερα ο μπαμπάς μας έχει γενέθλια!

Να είσαι γερός αντρούλη μου!!! Να σε χαιρόμαστε και να μας χαίρεσαι!!

Σ'αγαπάμε πολύ πολύ!!!